
Παράδοξο και Παιχνίδι: από την Εκδραμάτιση στην έννοια του Τρίτου
Ομιλία της Jessica Benjamin
στα εγκαίνια του Παραρτήματος της IARPP στη Θεσσαλονίκη
Μετάφραση από το αγγλικό κείμενο ( με αλφαβητική σειρά)
Τάνια Αναγνωστοπούλου, Μάνος Μανάκας, Ελένη Ξανθοπούλου.
.jpg)
Όταν αποφάσισα να γράψω για το παιχνίδι, απευθύνθηκα στον φίλο μου Phil Ringstrom, ο οποίος έχει υπάρξει ο δάσκαλός μας στο σχεσιακό παιχνίδι, συνοδοιπόρος στη διεύρυνση της οπτικής της αναγνώρισης της σημασίας της πράξης και της επεξεργασίας όλων των τρόπων χρήσης της μορφής της τέχνης του δράματος, ιδιαίτερα του αυτοσχεδιασμού. Παρόλο που οποιαδήποτε προσπάθεια να το συνοψίσουμε δεν θα ήταν δίκαιη, η ουσία της αναλυτικής στάσης στο αναλυτικό παιχνίδι μπορεί να συμπυκνωθεί στην αυτοσχεδιαστική φράση: «Ναι, Και!». Αυτή η φράση αντικαθιστά το «Ναι, Αλλά» ή ακόμα χειρότερα το «Όχι, Αλλά» - όπως στο «Εγώ ξέρω καλύτερα».
Στο θεωρητικό μου πλαίσιο η ανταπόκριση «Ναι, Και» είναι ένα είδος μεθόδου, θέτοντας σε πράξη την ιδέα «Και τα δύο, Και», που σημειοδοτεί τη θέση του Τρίτου – την Τρίτη θέση, η οποία είναι αυτή που κινείται πέρα από το «Είτε/Ή» του «Δικού μου τρόπου ή δικού σου τρόπου». Ο Τρίτος μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως ένα είδος κίνησης που μας απαλλάσσει από το αδιέξοδο της συμπληρωματικής δυάδας , της αντίθεσης του τύπου «η δική μου οδός ή η εθνική οδός», μέσα στην οποία μπορεί να υπάρξει μόνο μια πραγματικότητα, μόνο μια ορθή ερμηνεία. Η θέση μέσα στην οποία, μεταφορικά, μόνο ένας νους μπορεί να επιβιώσει. Δανειζόμενοι από τη σκέψη του Gadamer για το παιχνίδι ως κάθε κίνηση ¨Προς και Από», μπορούμε να προσθέσουμε ότι το παιχνίδι είναι μια πράξη που δημιουργεί έναν
Τρίτο διευρύνοντας τα άκρα του Είτε/Ή σε μια ευρύτερη κίνηση: πηγαίνοντας Εμπρός και Πίσω για να περιλάβουμε και τις δύο ή τις πολλαπλές πλευρές.
Σε προηγούμενη εργασία μου έχω δείξει πώς οι εκδραματίσεις εμφανίζονται σε αυτή τη δομή της συμπληρωματικής αντιθετικότητας του δικού μου τρόπου ή του δικού σου τρόπου, κατά την οποία κάθε άτομο νιώθει ταυτόχρονα «doer and done to// αυτός που κάνει και αυτός που του κάνουν». Ως αποτέλεσμα, η σχέση «doer done to» αντανακλά μια κατάσταση μέσα στην οποία η κίνηση μπρος – πίσω, ανάμεσα στον δικό μου τρόπο και τον δικό σου τρόπο, η δική μου άποψη και η δική σου άποψη, έχει αναχαιτισθεί λόγω διάσχισης. Κάθε συμμετέχων κατέχει μια πλευρά και την κρατά σφιχτά διχοτομώντας (splitting) προβάλλοντας ή κάνοντας διάσχιση της ενημερότητάς τους για την ταύτισή τους με τη συμπληρωματική πλευρά, η οποία συχνά μπορεί να τους είναι οικεία σε άλλες καταστάσεις εαυτού. Όσο πιο διασχισμένες είναι αυτές οι καταστάσεις, ίσως, τόσο πιο δύσκολη είναι η ταλάντευση μπρος-πίσω. Για αυτό το λόγο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η θέση «Και τα δυο/Και» του παιχνιδιού στοχεύει στη διευκόλυνση μιας εκδοχής σύνδεσης ανάμεσα στις συμπληρωματικές θέσεις που κάνει ορατές τις αλληλεπιδράσεις, ή στη δυνατότητα μιας από κοινού ταυτοποίησης και με τα δυο. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, μια αλληλεπίδραση μέσα στην οποία ένα άτομο νιώθει ότι κρίνεται και ισχυρίζεται ότι ο άλλος κριτικάρει – και οι δυο είναι πολύ καλά εξοικειωμένοι με τις θέσεις του «κρίνειν» και του «κρίνεσθαι», αλλά προς στιγμήν και οι δυο μπορεί να μην είναι ενήμεροι ότι η αντι-κίνηση (counter-move) αυτού που κρίνεται της κατηγορίας που θέτει προς τον άλλον αποτελεί μέρος μιας επανάληψης (μιας λούπας) μέσα στην οποία και οι δυο νιώθουν ότι κατηγορούνται. Η επανάκτηση της ταύτισης με το
συναίσθημα ή τη θέση του άλλου, αυτή είναι μια μορφή αναγνώρισης, αυτή η οπτική, ή το κράτημα των αντιθέτων, των δυο/και – εν δυνάμει συμπεριλαμβάνοντας την ιδέα ότι σε αυτή την κατάσταση θα μπορούσα να νιώθω όπως εσύ, θα μπορούσαμε να αντιστρέψουμε τους ρόλους, διανοίγει τον χώρο του τρίτου.
Οι μη-γραμμικές πιθανότητες ανάδυσης, στις οποίες δίνει έμφαση ο Don Stern αποτελούν έναν άλλον τρόπο να σκεφτόμαστε για αυτή τη χαλάρωση της «ή ο δικός μου τρόπος ή ο δικός σου» κατασκευής. Μέσα από τη διυποκειμενική έννοια, επομένως, το παιχνίδι σημαίνει την ικανότητα να βρίσκουμε έναν τρόπο μέσα στον τρόπο (ή έναν δρόμο μέσα στον δρόμο)μέσα στη θέση του «εμείς» του «και τα δυο/και».
Θα δείξω πώς η κίνηση από την εκδραμάτιση προς το παιχνίδι, με την δομή «και τα δυο/και», είναι μέρος του πώς κινούμαστε μέσα από τη συμπληρωματικότητα προς την τριτότητα (thridness). Μεσα σε αυτή την κίνηση, η αποδοχή και η διατήρηση του παραδόξου παίζουν σημαντικό ρόλο, γιατί το παράδοξο είναι αυτό που αποκαλούμε μια αντίθεση, μέσα στην οποία δεν μπορούμε ή δεν θα έπρεπε να λύσουμε την αντίθεση αρνούμενοι την μια πλευρά, ή ακόμα, λύνοντας και συνθέτοντας. Στο «Παιχνίδι και Πραγματικότητα» ο Winnicott γράφει:
«Η συνεισφορά μου έγκειται στο να ζητήσω το παράδοξο να γίνεται αποδεκτό, να αντέχεται και να είναι σεβαστό και να μην λύνεται. Μέσω από το πέταγμα στη σχάση της διανοητικής λειτουργίας, είναι πιθανό να λυσουμε το παράδοξο,
αλλά το τίμημα αυτού είναι η απώλεια της αξίας του παραδόξου καθ’αυτού (Winnicott, 1971, xii).
Πράγματι, είναι δύσκολο να διακρίνουμε ανάμεσα στο παιχνίδι και την εκδραμάτιση. Προτείνω ότι το παιχνίδι μπορεί να διαφοροποιηθεί από την εκδραμάτιση μέσα από την αποδοχή του παραδόξου – η δραματική πράξη εμφανίζεται ταυτόχρονα και ως πραγματική (ως ένα συναίσθημα) και ως κάτι όχι απαραίτητα πραγματικό (μόνο ένα μέρος του εαυτού μας το νιώθει αυτό, ή ένα μέρος μας γνωρίζει ότι είναι μια δραματοποίηση κλπ). Χρησιμοποιούμε αυτόν τον δυνητικό χώρο του παραδόξου προκειμένου να διευκολύνουμε το παιχνίδι, μέσα στο οποίο τα διασχισμενα μέρη μπορούν να μιληθούν και να επικοινωνηθούν.
Όπως έχει διαμορφοποιηθεί παλιότερα από τον Ghent, οι εκδραματίσεις είναι ένα είδος ζωντανού θεάτρου, όπου ο στόχος είναι η αναγνώριση του νοήματος του σεναρίου προκειμένου να «αποσαφηνισθεί ένα σύνολο πρώιμων τραυματικών εμπειριών που δεν μπόρεσαν ποτέ να ενσωματωθούν (Ghent, 1992, 151). Χρειάστηκε άλλη μια δεκαετία εργασίας για να συνειδητοποιήσουμε ότι οι εκδραματίσεις είναι δύσκολο να αναγνωρισθούν, ακριβώς γιατί αυτές οι μη ενσωματωμένες εμπειρίες ήταν δυσδιάκριτες λόγω της σκιάς της διάσχισης (Bass, 2003; Black, 2003; Bromberg, 1998; 2006, 2011), η οποία πέφτει επάνω στον αναλυτή και στον ασθενή. Οι εκδραματίσεις άρχισαν να θεωρούνται ως μια δραματοποίηση των διασχισμένων καταστάσεων εαυτού, αποκαλύπτοντας τη μη μορφοποιημένη εμπειρία και απαιτούν από εμάς – που είμαστε συχνά ταπεινωμένοι, συγχυσμένοι ή ακόμα και ντροπιασμένοι – να αναστοχαστούμε επάνω στη δική μας συμμετοχή. Και πάλι, παραδόξως, κάνοντας τη διάσχιση επικοινωνιακή, η ίδια η εκδραμάτιση που καλύπτει επίσης υπηρετεί την
αποκάλυψη. Όπως το έχει θέσει ο Broomberg : «Μια διασχισμένη ψυχική δομή έχει σχεδιασθεί για να αποφεύγει την γνωστική αναπαράσταση αυτού που μπορεί να είναι ανυπόφορο για τον ψυχισμό, αλλά επίσης επιδρά με τέτοιο τρόπο, ώστε να διευκολύνεται η διασχιστικά ενεργοποιημένη επικοινωνία της μη-συμβολοποιημένης συναισθηματικής εμπειρίας». Ή, όπως ο Ghent (1992) το θέτει, αυτό που ζητά αναγνώριση είναι μασκαρεμένο από κάτι που σχεδόν μοιάζει με τον εαυτό του, όπως όταν «η ανάγκη μασκαρεύεται σε αναγκαιότητα (neediness)». Η ανάγκη για έναν μάρτυρα στον πόνο κάποιου μπορεί να εμφανισθεί ως θρήνος που κανένας δεν βλέπει ή κατανοεί τι είναι αυτό για το οποίο κάποιος υποφέρει. Ή η ανάγκη για μια αλήθεια που μπορεί να ήταν σε άρνηση και μη ορατή μπορεί να εμφανισθεί ως μια πεποίθηση που για άλλη μια φορά βρίσκεται σε άρνηση.
Προσέξτε τη διαλεκτική: ακόμα και όσο εμποδίζει το συμβολικό παιχνίδι του είδους που η ψυχανάλυση ιστορικά έχει το προνόμιο, η εκδραμάτιση διευκολύνει την επικοινωνία μέσα από το να την «παίζει». Υπό αυτή την έννοια, η εκδραμάτιση καθαυτή παρουσιάζει ένα παράδοξο: δεν είναι ένα λάθος βήμα, αλλά (παράλληλα με τη σκέψη του Winnicott για την καταστροφικότητα) είναι κάτι που είναι εύκολο να το χάσεις – αν αποτύχουμε να την αναγνωρίσουμε, να εργασθούμε μέσα στο δράμα ώστε τελικά να καταλάβουμε την παραγωγική της δυνατότητα (Aron & Atlas, 2015).
Ουσιαστικά, μέσα από τη δραματοποίηση ή την παράσταση αυτού που δεν μπορεί να μιληθεί, η αποκρυπτική/αποκαλυπτική πράξη του μοιρασμένου μη-εγώ μπορεί να κατανοηθεί ως εργασία ονείρου. Αλλά, αντί να κοιτάζουμε από εξώ προς τα μέσα και να αποκωδικοποιούμε, η εκδραμάτιση απαιτεί από την αναλύτρια να εργάζεται από μέσα προς τα έξω. Θα πρέπει να επιτρέψει στον
εαυτό της να χρησιμοποιηθεί όχι μόνο για να εμπεριέχει, αλλά και για να ενσαρκώνει (M. Hoffman,). Πρέπει να δανείζουμε τους εαυτούς μας, να αφήνουμε τους εαυτούς μας να «παίζουν ένα μέρος», όπως ο Freud πασίγνωστα αρνήθηκε να το κάνει με την Ντόρα. Κάνοντας έτσι, ενθαρρύνουμε την ανάπτυξη της μη-εγώ εμπειρίας— μέχρι να εκραγούν οι περιορισμοί της, έτσι ώστε τα νοήματα να μπορούν να διευθετηθούν και να συμβολοποιηθούν. Προτείνω ότι η ίδια η ένταση του παραδόξου είναι ουσιαστική στην ψυχανάλυση, καθώς αποτελεί την ουσιαστική κατάσταση που παρέχει τον τρόπο εργασίας μεταξύ της αυταπάτης και της πραγματικότητας. Το παράδοξο αποτελεί στήριγμα της μεθόδου μας, την κατάσταση μέσα στην οποία χρησιμοποιούμε τη μεταβίβαση. Και παρόλα αυτά, οι παράδοξες θέσεις είναι επίσης αναπόσπαστα ασταθείς και τείνουν να καταρρεύσουν προς τη μια θέση ή την άλλη. Η επιθυμία να λύσουμε το παράδοξο είναι συχνά μια επιθυμία να αποδράσουμε από την ένταση των αντίθετων πραγματικοτήτων – με αποτέλεσμα να επαναφέρουμε ή να διαιωνίζουμε τη διάσχιση ως τον (μόνο) τρόπο να διαχειριστούμε την αντίθεση.
Για να δώσω ένα παράδειγμα, η αποδοχή του παραδόξου σημαίνει ότι επειδή είσαι η αναλύτριά μου, νιώθω σαν να είσαι η μητέρα μου, για το καλό και το κακό (άρρωστο). Μονο επειδή είσαι η αναλύτριά μου, μπορώ να το νιώθω αυτό – αλλιώς, θα ήταν πολύ βρεφικό, πολύ ντροπιαστικό. Αλλά, αν ήδη νιώθω πολλή ντροπή για τους τρόπους που απογαλακτίστηκα από τη μητέρα μου, δεν μπορώ να αντέξω αυτό το παράδοξο – το να αρχίζω να νιώθω εξαρτημένη ή να νιώθω ένα βαθύ συναίσθημα για εσένα είναι πολύ τρομακτικό. Έτσι, αντιθέτως, νιώθω ότι επειδή είσαι η αναλύτριά μου, δεν πρέπει να νιώθω τέτοια συναισθήματα. Ή, με άλλη διατύπωση, δεν πιστεύω ότι νιώθεις ότι είσαι η ιδανική ερωμένη μου, γιατί είσαι η αναλύτριά μου.
Αντιθέτως, επειδή εγώ όμως έχω τέτοια συναισθηματα, αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε να είσαι ερωμένη μου, και είναι τραγικό το ότι δεν είσαι ή είναι παρενδυσία το ότι υποκρίνεσαι ότι δεν νιώθεις το ίδιο. Οπουδήποτε εμφανίζεται τέτοια επιμονή στην πραγματικότητα σε αντίθεση με τη φαντασία ή στη φαντασία σε αντίθεση με την πραγματικότητα, η εκδραμάτιση τέτοιων διασχισμένων μερών εμφανίζεται, και το παιχνίδι με αυτά τα μέρη γίνεται αδύνατο. Η διάσχιση εμφανίζεται και γίνεται. Όπως έχει δείξει ο Phil (Ringstrom 1998), μπορούμε να χρησιμοποιούμε τη θεωρία του διπλού δεσμού για να καταλάβουμε πού όλο αυτό οδηγεί. Ένα σημαντικό παράδοξο μέσα στο οποίο ο ασθενής παίζει είναι για να δει τι συμβαίνει μεταξύ μας ως πραγματική συνέπεια, χωρίς όμως τις συνήθεις συνέπειες. Πιο συγκεκριμένα, πρέπει να δει την αναλύτρια τόσο ως αυτή που θα τον θεραπεύσει, όσο και ως αυτή στην οποία θα μεταβιβάσει τους φόβους και τα τραύματά του.